Όργανο ύφανσης αποτελούμενο από τέσσερις ξυλίνους στύλους τετραγωνικής διατομής (αργαλειόξυλα), που συνδέονται με τέσσερις οριζόντιες δοκούς πάνω και άλλες τόσες κάτω, οι οποίες μπαίνουν σε τόρμους και στερεώνονται με σιδερένια καρφιά, ώστε να εξασφαλίζεται Η ακινησία του αργαλειού και να στηρίζονται τα ακόλουθα εξαρτήματα: Αντιά, δύο κυλινδρικές δοκοί πάνω σε πρόσθετους τάκους στην εξωτερική επιφάνεια των μπροστινών στύλων και στην εσωτερική των πίσω. Ξυλόχτενο, αναρτημένο από τον ξύλινο σκελετό στο μέσο του μήκους από στενότερη δοκό, από την οποία κρέμονται επίσης δύο καρελομάνες με δύο καρούλια Η κάθε μία. Με σχοινιά από τον ίδιο δοκό κρέμονταν επίσης και οι πατήθρες, στενόμακρα κομμάτια ξύλου που θυμίζουν πέλματα πεδίλου. Σαΐτα, ατρακτοειδές αντικείμενο με διαμπερές άνοιγμα, στο οποίο τοποθετούσαν το καρούλι του υφαδιού πάνω σε περιστρεφόμενο μεταλλικό άξονα.
Στο πίσω μέρος του αργαλειού καθόταν Η υφάντρα πάνω σε σανίδι. Με το πάτημα των πατήθρων άνοιγαν τα στημόνια ανάμεσα στο χτένι και στα μιτάρια και Η υφάντρα "έρριχνε"" τη σαΐτα με το υφάδι. Το υφαντό τυλίγονταν στο μπροστινό αντί, εκείνο δηλαδή που βρισκόταν ακριβώς μπροστά από την υφάντρα, το οποίο είχε διαμπερή εγκοπή για τη στερέωση του υφάσματος και εφάρμοζε στο σκελετό του αργαλειού με τρόπο που να περιστρέφεται."